|
Για να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, το lineup του eject festival ήταν συμπαθητικό, αλλά από τη στιγμή που την βραδιά θα έκλειναν οι Pixies, οι υπόλοιπες μπάντες έμοιαζαν απλά με support acts. Έτσι, εξηγείται και η πολύ μικρή προσέλευση κόσμου για να δει το πιο hot, για φέτος, όνομα της βραδιάς: τους White Lies (συγγνώμη, αλλά τους συμπατριώτες μας δεν τους πρόλαβα ούτε εγώ).
Οι πιτσιρικάδες από το δυτικό Λονδίνο απέδωσαν πιστά τα τραγούδια από το πρώτο τους album, και κάπως κινητοποίησαν τους λίγους παρευρισκόμενους με το κλείσιμο (Death), αλλά έχω δει και πιο σπουδαίους μουσικούς να …υποκύπτουν στην αθηναϊκή καλοκαιρινή ζέστη (πχ Elvis Costello ή ΒRMC). Άσε που η τόση θανατίλα στο στίχο (death, lose my life, I met a friend at a funeral…και δε συμμαζεύεται) δεν αντέχεται ντάλα μεσημέρι.
Ο κόσμος, όμως, έδειξε τα καλά αντανακλαστικά του με τους Starsailor, ακροβολιζόμενος γύρω στα γρασίδια για μπύρες. Η εγγλέζικη μπάντα, από τις ευνοούμενες των ελληνικών ραδιοκυμάτων, έχει κατά καιρούς γράψει συμπαθητικά τραγούδια, αλλά οι περισσότεροι δεν θεώρησαν ότι αυτό ήταν αρκετό για να τους διακόψει τις κουβέντες. Οι fans ευχαριστήθηκαν τα απαραίτητα Four to the floor, Alcoholic, Poor misguided fool, Silence is easy και την κορυφαία στιγμή τους Good souls, αλλά αν ούτε με τον (κατάδικο) Phil Spector δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις αξιοπρόσεκτο δίσκο, τότε δεν είσαι και για μεγάλα πράγματα. 
Οπώς, αντίθετα, είχαμε πιστέψει ότι ήταν οι Editors, όταν κυκλοφόρησαν το Back Room. Μπορεί οι αναφορές στους Joy Division να βγάζαν μάτι, αλλά οι συνθέσεις ήταν δυνατές και η ατμόσφαιρα της αποξένωσης και αγωνίας άγγιζε τον ακροατή. Στο δεύτερο An End Has A Start έμειναν στάσιμοι, οπότε φτάνουμε στο τώρα…Από ότι φαίνεται το τρίτο LP τους θα είναι ηλεκτρονικό και στις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις έβαλαν τα δυνατά τους να μας πείσουν ότι αυτή η στροφή θα είναι πιο δημιουργική. Η αντίδραση στα περισσότερα νέα κομμάτια τους ήταν χλιαρή, κάτι όχι ανήκουστο βέβαια για πρώτο άκουσμα. Δυσκολεύομαι όμως να πιστέψω ότι απευθύνονται στο ίδιο κοινό που τραγουδούσε τα Munich, Bullets και το αγαπημένο μου Smokers outside hospital doors. Παρόλα αυτά ζέσταναν για τα καλά το κοινό που πρέπει να έφτασε τις 3-4 χιλιάδες και το οποίο δεν ξαναείδα, καθώς στην σκηνή ανέβηκαν οι…
Τα 80s ήταν καταραμένη εποχή για τη rock μουσική. Οι Fall και oι Sonic Youth ήταν θεοί, αλλά σπάνια έγραφαν τραγούδια για το ραδιόφωνο, οι Husker Du και οι Smiths τίναξαν τα πέταλα από το 1987 και η τάξη του 86 δεν είχε προλάβει να δείξει τα δόντια της, όταν εμφανίστηκαν οι Pixies. Aπό το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης (U-Mass, It’s Educationaaal) και από εκεί σε όλο τον κόσμο, ξαναθύμισαν ότι αυτή η μουσική είναι εφηβική, επικίνδυνη, συναρπαστική, βέβηλη…το θυμηθήκαμε και εμείς από τις πρώτες νότες της κιθάρας του Joey Santiago. Ήταν φυσιολογικό αυτό το εκρηκτικό μίγμα surf, space rock, punk, βιβλικής αποκάλυψης, UFO παραφιλολογίας, καλπάζουσας libido και καταπιεσμένων παθών να σκάσει στα μούτρα των δημιουργών του, αφήνοντας τους μια κάποια αναπηρία. Ο Black Francis και η Kim Deal (ως μια Breeder) γνώρισαν σποραδική επιτυχία μετά τη διάλυση των Pixies, η δεύτερη ταλαιπώρησε τον εαυτό της με τις ουσίες, οι Santiago και Lovering χάθηκαν σε προσωπικά projects (o δεύτερος έγινε …μάγος). Και ο λόγος που τους ξαναέφερε μαζί, όπως ακομπλεξάριστα σκιαγραφείται στο πιο αληθινό rockumentary LoudQUIETloud, ήταν το χρήμα. Ίσως και ο πληγωμένος εγωισμός του αρχηγού Black Francis.
Όλα αυτά, όμως, που αφήνουν εσένα; Την πρώτη φορά στη Μαλακάσα ήταν το εφηβικό απωθημένο, τη δεύτερη τι σε σπρώχνει να δεις μια μπάντα που παίζει όχι από υπαρξιακή-ψυχική ανάγκη, όπως θα ήθελες να πιστεύεις, αλλά εμφανώς από βιοποριστική. Hold your head, we’ll trampoline, finally through the roof… Η αστρική μουσική του Velouria καθώς σε κουβαλάει σε μια συγκλονιστική πτήση πάνω από την τσιμεντένια καθημερινότητα, είναι αληθινή, τωρινή και αιτία αρκετή! Στην σκηνή ο Francis έχει στυλ intellectual, η Kim δεν σταματάει να γελά, σαν να έχει πάρει overdose αντικαταθλιπτικών, ο Joey μοιάζει αφιερωμένος στην κιθάρα του και ο David είναι κρυμμένος πίσω από τα τύμπανά.
Δεν είναι οι μυθικές φιγούρες που αναποδογύρισαν το rock’n’roll, αλλά αυτοί που θα ακολουθούσες: Let’s ride the Tiger down river Euphrates…και εσύ με όλη τη φωνή που βγάζουν τα πνευμόνια σου: Ride, ride, ride! Kανείς δεν αμφιβάλει ότι αυτό είναι the real thing, ακόμα και όταν σου κλείνουν το μάτι: You’re so pretty when you’re unfaithful to me (Bone machine). Πέρασαν πάνω από 10 χρόνια…άπιστε και κόντεψες να ξεχάσεις, όταν περίμενες όλο το βράδυ στο Decadance για να ακούσεις το Debaser (I’m un chien Andalusia), γιατί αυτή ήταν η δική σου μουσική! Τώρα καθυστερημένος επιστρέφεις (If you go I will surely die, WE ARE CHAINED!!!-Hey). Kαι όταν έρχεται η ώρα του Where is my mind, που δεν τους άφησαν να παίξουν στη Μαλακάσα, (το Fight Club έγινε κλασικό, απλά κλείνοντας με αυτό) είσαι πραγματικά With your feet on the air, your head on the ground… Τον τελικό λόγο έχει η Kim, σαν εξιλέωση του αρχηγού: Hey Paul, Hey Paul, Hey Paul, Let’s have a ball! (Gigantic). Ο κόσμος δεν σταματά και οι τέσσερις παρακολουθούν το τέρας που εξαπέλυσαν πριν 22 χρόνια, με ικανοποίηση…ακόμα κάνει τη δουλειά του… η μουσική των Pixies διατηρεί όλη την πρωτόγονη της δύναμη. Όσο για εσάς αμφισβητίες, αφήστε τα λόγια, πιάστε τις κιθάρες σας και... start digging for fire! |